«Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους» στον ΔΑΝΑΟ.









Την Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» μίλησε  ο κ. Παναγιώτης Γιαννόπουλος Ομότιμος Καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λουβαίν (Βέλγιο)». με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους» Παρών στην ομιλία του κ. Γιαννόπουλου ο Μητροπολίτης Αργολίδας κκ. Ιάκωβος , ο πρωτοπρεσβύτερος και πρόεδρος του ΙΣΚΕ πατέρας Γεώργιος Σελλής ,καθώς και πλήθος Αργείων που γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα του συλλόγου για να ακούσουν από τον καθηγητή τα σημαντικά στοιχεία από την ζωή και το έργο του Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους και πολιούχου της πόλης. Στο τέλος της ομιλίας ο Μητροπολίτης Αργολίδας κκ. Ιάκωβος δώρισε μία εικόνα του Αγίου Πέτρου στον κ. Γιαννόπουλο , αντίγραφο εικόνας που βρέθηκε στην Ιερά Μονή του οσίου Παταπίου στο Λουτράκι Κορινθίας.
 Ο κ. Παναγιώτης Γιαννόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.
1957 : τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.
1962 : έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1964-1965 : εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.
1966-1967 : παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα : Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.
1967 : έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.
1968 : έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1972 : εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.
1973 : έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.
1973 : ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.
2005 : ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.
Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική.
Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες.
Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.
Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ. Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου.
Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.
Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Ο Επίσκοπος Άργους Πέτρος (852 - 922),Σημειοφόρος και Θαυματουργός, είναι Άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που επιτέλεσεεπίσκοπος στην πόλη του Άργους κατά τον 10ο αιώνα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 852 και ήταν παιδί επταμελούς οικογένειας, τα μέλη της οποίας διακρινόταν για την ευσέβεια και την πίστη στο Θεό. Χαρακτηριστικό είναι πως όλα τα μέλη της οικογένειας ακολούθησαν το μοναχικό βίο. Ο Άγιος Πέτρος είχε αδαμάντινο χαρακτήρα και διακρίνονταν για τη μόρφωση και τη ρητορική του δεινότητα, καθώς επίσης και για τα φιλάνθρωπα αισθήματά του. Γι΄ αυτό ο πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, εκτιμώντας τα προσόντα και την αρετή του μοναχού Πέτρου, θέλησε να τον χειροτονήσει επίσκοπο Κορίνθου. Ο Πέτρος όμως αρνήθηκε, αναλογιζόμενος το βάρος της κλήσης του, με αποτέλεσμα ο θρόνος να δοθεί στον αδελφό του Παύλο. Αργότερα κατέφυγε στηνΚόρινθο, για να αποφύγει τον Πατριάρχη, ο οποίος ήθελε να τον χειροτονήσει επίσκοπο. Έτσι, όταν χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος τουΆργους, το 914, οι Αργίτες ζήτησαν τον Πέτρο για επίσκοπό τους και μπροστά στη επιμονή τους ο Πέτρος υποχώρησε και δέχτηκε. Το έργο του υπήρξε πολυποίκιλο. Συνέβαλλε καθοριστικά στην προστασία πληθυσμών, κατά την επιδρομή των Βουλγαρικών φύλων], ενώ εισήγαγε πλήθος ετεροδόξων στην εκκλησία. Το 920 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να λάβει μέρος σε σύνοδο που είχε συγκαλέσει ο Νικόλαος Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου.
Ο βιογράφος του Αγίου μας πληροφορεί ότι κατά τη διάρκεια της επισκοπείας του στο Άργος, πραγματοποιούσε θαύματα, όπως διάσωση του λαού από λιμό, τη λύτρωση αιχμαλώτων από τους πειρατές, τη διάσωση κόρης διωκόμενης από κάποιο στρατηγό, τη θεραπεία δαιμονιζόμενης γυναίκας, με αποτέλεσμα να λάβει το προσωνύμιο του θαυματουργού. Κοιμήθηκε στο Άργος σε ηλικία 70 ετών και τάφηκε στο Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όμως Φράγκοι και Ενετοί μετακίνησαν το ιερό λείψανο του Αγίου το 1421 και το μετέφεραν αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στο Βατικανό. Ως υπεύθυνος μνημονεύεται ο Λατίνος επίσκοπος Σιγουντονάνης. Μετά όμως από προσπάθειες της Μητροπόλεως Αργολίδος και συντονισμένες ενέργειες του Μητροπολίτη Ιακώβου Β' και τουΟικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, τα Λείψανα του Αγίου, επιστρέφουν στην πόλη του Άργους.



Με την καθιερωμένη Δοξολογία στον Μητροπολιτικό  Ναό του Αγίου Γεωργίου, ξεκίνησε η καινούργια  χρονιά με πολλές ευχές για ένα καλύτερο και δημιουργικότερο  2012 . Παρών στην δοξολογία οι τοπικές και στρατιωτικές αρχές του νομού ,καθώς και ο βουλευτής Αργολίδας με την ΝΔ Γ. Ανδριανός. Την δοξολογία τέλεσε ο μητροπολίτης Αργολίδας κ. Ιάκωβος . Κατόπιν ο αντιπεριφεριάρχης Αργολίδας κ. Α. Χειβιδόπουλος  δέχθηκε της ευχές για το νέο έτος στα γραφεία της αντιπεριφέρειας  στο Ναύπλιο  και μαζί με τον μητροπολίτη Αργολίδας κ. Ιάκωβο και τον επίσκοπο  Επιδαύρου κ. Καλλίνικο έκοψαν την βασιλόπιτα της περιφέρειας Αργολίδας. 








Η Περιτομή του Χριστού




Και υπέστρεψαν οι ποιμένες δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον καθώς ελάληθη προς αυτούς. Και ότε επλήσθησαν ημέραι οκτώ του περιτεμείν το παιδίν, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία. Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό. Και επορεύοντο οι γονείς αυτού καιτ’ έτος εις Ιεροσόλυμα τη εορτή του Πάσχα. Και ότε εγένετο ετών δώδεκα, αναβάντων αυτών εις Ιεροσόλυμα κατά το έθος της εορτής. Και τελειωσάντων τας ημέρας, εν τω υποστρέφειν αυτούς υπέμεινεν Ιησούς ο παις εν Ιερουσαλήμ, και ουκ έγνω Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού. Νομίσαντες δε αυτόν εν τη συνοδεία είναι, ήλθον ημέρας οδόν και ανεζήτουν αυτόν εν τοις συγγενέσι και εν τοις γνωστοίς. Και μη ευρόντες αυτόν υπέστρέψαν εις Ιερουσαλήμ ζητούντες αυτόν. Και εγένετο μεθ’ ημέρας τρεις εύρον αυτόν εν τω ιερώ καθεζόμενον εν μέσω των διδασκάλων και ακούοντα αυτών και επερωτώντα αυτούς, εξίστατο δε πάντες οι ακούοντες αυτου επί τη συνέσει και ταις αποκρίσεσιν αυτού. Και ιδόντες αυτόν εξεπλάγησαν, και προς αυτόν η μήτηρ αυτού είπε: «τέκνον, τι εποίησας ημίν ούτως; Τι ότι εζητείτε με; Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμεν σε». Και είπε προς αυτούς:«Ουκ ήδειτε ότι εν τοις του πατρός μου δει είναι με;» Και αυτοί ου σύνηκαν το ρήμα ο ελάλησεν αυτοίς. Και κατέβη μετ’ αυτών και ήλθεν εις Ναζαρέτ, και ήν υποτασσόμενος αυτοίς, και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής. Και ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». (Λουκάς 2,20-21 και 2, 40-52)

Απόδοση στα νεοελληνικά

Οι βοσκοί γύρισαν πίσω δοξάζοντας και υμνώντας το Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, ήταν όλα όπως τους είχαν ειπωθεί. Όταν συμπληρώθηκαν οχτώ ημέρες, έκαναν στο παιδί περιτομή και του έδωσαν το όνομα Ιησούς, όπως δηλαδή το είχε ονομάσει ο άγγελος προτού ακόμα συλληφθεί στην κοιλιά της μάνας του.Κάθε χρόνο, τη γιορτή του Πάσχα οι γονείς του Ιησού πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα. Όταν έγινε 12 χρόνων, ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα στη γιορτή όπως συνήθιζαν. Όταν τελείωσε η γιορτή και γύριζαν πίσω, το παιδί ο Ιησούς παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, χωρίς να το ξέρουν ο Ιωσήφ και η μητέρα του. Νομίζοντας ότι ήταν μέσα στο πλήθος των προσκυνητών, περπάτησαν μιας μέρας δρόμο και ύστερα άρχισαν να τον αναζητούν ανάμεσα στους συγγενείς και στους γνωστούς. Δεν τον βρήκαν, όμως, και γύρισαν στα Ιεροσόλυμα να τον αναζητήσουν. Τον βρήκαν ύστερα από τρεις ημέρες στο ναό καθισμένο ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους, να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις. Όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι για τη νοημοσύνη και τις απαντήσεις του. Μόλις τον είδαν οι γονείς του απόρησαν, και η μητέρα του τού είπε: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Ο πατέρας σου κι εγώ σε αναζητούσαμε με πολλή αγωνία». Ο Ιησούς τους απάντησε: « Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρετε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;» Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν τα λόγια που τους είπε. Ο Ιησούς κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και ζούσε κοντά τους με υπακοή. Η μητέρα του όμως διατηρούσε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς μεγάλωνε και πρόκοβε στη σοφία, και η χάρη που είχε ευαρεστούσε το Θεό και τους ανθρώπους. (Λουκάς 2,20-21 και 2, 40-52)

ΕΡΜΗΝΕΊΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΉΣ ΠΕΡΙΚΟΠΉΣ

Η περιτομή κατά την Παλαιά Διαθήκη γινόταν σε όλα τα αρσενικά παιδιά των Εβραίων την όγδοη μέρα από τη γέννησή τους. Η περιτομή εκτός από λόγους υγείας σήμαινε βαθύτερα την περιτομή και περικοπή από την καρδιά κάθε κακού, που δεν είναι αρεστό στο Θεό. Ο Ιησούς Χριστός δεν είχε ανάγκη την περιτομή αφού δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος αλλά Θεάνθρωπος. Υπέμεινε όμως όλες τις ταπεινώσεις του ανθρώπου, για να υπάκουσε στο Νόμο και να υψώσει τον άνθρωπο. Η γιορτή της περιτομής είναι από τις μικρές δεσποτικές εορτές και γιορτάζεται 8 ημέρες από τα Χριστούγεννα. Δεν πρέπει να συνδέουμε την γιορτή της περιτομής με την εορτή του Αγίου Βασιλείου. Η γιορτή της περιτομής του Χριστού μπορεί να συνδεθεί με την Κυριακή του Θωμά. Και οι δύο εορτάζονται 8 ημέρες μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός. Η μία αποτελεί τη βεβαίωση της τέλειας ενανθρώπησης του Χριστού, ενώ η άλλη αποτελεί τη βεβαίωση της Ανάστασης του Χριστού.

Ιερός Ναός του Αγίου Βασιλείου στο Αργος

Όλως  εορταστικός γιόρτασε ο Ιερός ναός του Αγίου Βασιλείου στο Αργος ,όπου τελέσθηκε πολυαρχιερατικός εσπερινός  χοροστατώντας του Επισκόπου Ελευσίνος Ιεροθέου  από το πατριαρχείο της Αλεξανδρείας  παρόντος του μητροπολίτη Αργολίδας κ. Ιακώβου  και του θεοφιλεστάτου επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου . Κατά τον εσπερινό είχε τεθεί προς προσκύνηση τεμάχιο ιερού λειψάνου του Αγίου Βασιλείου. Στο τέλος του πανηγυρικού εσπερινού ο επίσκοπος Ελευσίνος κήρυξε τον θείο λόγο καθώς και αναφέρθηκε στην κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα μας . 







                                                                                                                                                                                                                                                              Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
 Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας. Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
 Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν  ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικόσύλλογο.
 Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.  Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του  φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
 Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό τηςΟικουμενικήςΣυνόδουτηςΝίκαιας.
 Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές  και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
 Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου.  Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως    προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
 Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητας»