Και υπέστρεψαν οι ποιμένες δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον καθώς ελάληθη προς αυτούς. Και ότε επλήσθησαν ημέραι οκτώ του περιτεμείν το παιδίν, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία. Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό. Και επορεύοντο οι γονείς αυτού καιτ’ έτος εις Ιεροσόλυμα τη εορτή του Πάσχα. Και ότε εγένετο ετών δώδεκα, αναβάντων αυτών εις Ιεροσόλυμα κατά το έθος της εορτής. Και τελειωσάντων τας ημέρας, εν τω υποστρέφειν αυτούς υπέμεινεν Ιησούς ο παις εν Ιερουσαλήμ, και ουκ έγνω Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού. Νομίσαντες δε αυτόν εν τη συνοδεία είναι, ήλθον ημέρας οδόν και ανεζήτουν αυτόν εν τοις συγγενέσι και εν τοις γνωστοίς. Και μη ευρόντες αυτόν υπέστρέψαν εις Ιερουσαλήμ ζητούντες αυτόν. Και εγένετο μεθ’ ημέρας τρεις εύρον αυτόν εν τω ιερώ καθεζόμενον εν μέσω των διδασκάλων και ακούοντα αυτών και επερωτώντα αυτούς, εξίστατο δε πάντες οι ακούοντες αυτου επί τη συνέσει και ταις αποκρίσεσιν αυτού. Και ιδόντες αυτόν εξεπλάγησαν, και προς αυτόν η μήτηρ αυτού είπε: «τέκνον, τι εποίησας ημίν ούτως; Τι ότι εζητείτε με; Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμεν σε». Και είπε προς αυτούς:«Ουκ ήδειτε ότι εν τοις του πατρός μου δει είναι με;» Και αυτοί ου σύνηκαν το ρήμα ο ελάλησεν αυτοίς. Και κατέβη μετ’ αυτών και ήλθεν εις Ναζαρέτ, και ήν υποτασσόμενος αυτοίς, και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής. Και ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». (Λουκάς 2,20-21 και 2, 40-52) Απόδοση στα νεοελληνικάΟι βοσκοί γύρισαν πίσω δοξάζοντας και υμνώντας το Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, ήταν όλα όπως τους είχαν ειπωθεί. Όταν συμπληρώθηκαν οχτώ ημέρες, έκαναν στο παιδί περιτομή και του έδωσαν το όνομα Ιησούς, όπως δηλαδή το είχε ονομάσει ο άγγελος προτού ακόμα συλληφθεί στην κοιλιά της μάνας του.Κάθε χρόνο, τη γιορτή του Πάσχα οι γονείς του Ιησού πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα. Όταν έγινε 12 χρόνων, ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα στη γιορτή όπως συνήθιζαν. Όταν τελείωσε η γιορτή και γύριζαν πίσω, το παιδί ο Ιησούς παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, χωρίς να το ξέρουν ο Ιωσήφ και η μητέρα του. Νομίζοντας ότι ήταν μέσα στο πλήθος των προσκυνητών, περπάτησαν μιας μέρας δρόμο και ύστερα άρχισαν να τον αναζητούν ανάμεσα στους συγγενείς και στους γνωστούς. Δεν τον βρήκαν, όμως, και γύρισαν στα Ιεροσόλυμα να τον αναζητήσουν. Τον βρήκαν ύστερα από τρεις ημέρες στο ναό καθισμένο ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους, να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις. Όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι για τη νοημοσύνη και τις απαντήσεις του. Μόλις τον είδαν οι γονείς του απόρησαν, και η μητέρα του τού είπε: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Ο πατέρας σου κι εγώ σε αναζητούσαμε με πολλή αγωνία». Ο Ιησούς τους απάντησε: « Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρετε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;» Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν τα λόγια που τους είπε. Ο Ιησούς κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και ζούσε κοντά τους με υπακοή. Η μητέρα του όμως διατηρούσε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς μεγάλωνε και πρόκοβε στη σοφία, και η χάρη που είχε ευαρεστούσε το Θεό και τους ανθρώπους. (Λουκάς 2,20-21 και 2, 40-52) ΕΡΜΗΝΕΊΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΉΣ ΠΕΡΙΚΟΠΉΣΗ περιτομή κατά την Παλαιά Διαθήκη γινόταν σε όλα τα αρσενικά παιδιά των Εβραίων την όγδοη μέρα από τη γέννησή τους. Η περιτομή εκτός από λόγους υγείας σήμαινε βαθύτερα την περιτομή και περικοπή από την καρδιά κάθε κακού, που δεν είναι αρεστό στο Θεό. Ο Ιησούς Χριστός δεν είχε ανάγκη την περιτομή αφού δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος αλλά Θεάνθρωπος. Υπέμεινε όμως όλες τις ταπεινώσεις του ανθρώπου, για να υπάκουσε στο Νόμο και να υψώσει τον άνθρωπο. Η γιορτή της περιτομής είναι από τις μικρές δεσποτικές εορτές και γιορτάζεται 8 ημέρες από τα Χριστούγεννα. Δεν πρέπει να συνδέουμε την γιορτή της περιτομής με την εορτή του Αγίου Βασιλείου. Η γιορτή της περιτομής του Χριστού μπορεί να συνδεθεί με την Κυριακή του Θωμά. Και οι δύο εορτάζονται 8 ημέρες μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός. Η μία αποτελεί τη βεβαίωση της τέλειας ενανθρώπησης του Χριστού, ενώ η άλλη αποτελεί τη βεβαίωση της Ανάστασης του Χριστού. |
http://chessnafplio.wordpress.com/
Η Περιτομή του Χριστού
Ιερός Ναός του Αγίου Βασιλείου στο Αργος
Όλως εορταστικός γιόρτασε ο Ιερός ναός του Αγίου Βασιλείου στο Αργος ,όπου τελέσθηκε πολυαρχιερατικός εσπερινός χοροστατώντας του Επισκόπου Ελευσίνος Ιεροθέου από το πατριαρχείο της Αλεξανδρείας παρόντος του μητροπολίτη Αργολίδας κ. Ιακώβου και του θεοφιλεστάτου επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου . Κατά τον εσπερινό είχε τεθεί προς προσκύνηση τεμάχιο ιερού λειψάνου του Αγίου Βασιλείου. Στο τέλος του πανηγυρικού εσπερινού ο επίσκοπος Ελευσίνος κήρυξε τον θείο λόγο καθώς και αναφέρθηκε στην κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα μας .
Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας. Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικόσύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό τηςΟικουμενικήςΣυνόδουτηςΝίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητας»
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας. Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικόσύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό τηςΟικουμενικήςΣυνόδουτηςΝίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητας»
Η γέννηση του Χριστού και η αναγέννηση του ανθρώπου.
Σήμερον γεννάται εκ Παρθένουο δρακί την πάσα έχων κτίσιν. Ράκη, καθάπερ βροτός, σπαργανούται ο τη ουσία αναφής Υμνωδία Χριστουγέννων του Νικήτα Καυκιού |
Ο Θεός, ο προαιώνιος, ο πατέρας των πάντων, ο άϋλος, άκτιστος και ασώματος, γεννάται σε σπήλαιο. Ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, το φως των εσκοτισμένων, χωρείται στην φάτνη. Ο υπεράγνωστος, απρόσιτος στην ουσία, ασύλληπτος από το νου και αχώρητος μέσα στο σύμπαν, σπαργανώνεται με ράκη σαν θνητός. Αυτός που έβρεξε το μάννα στην έρημο, τρέφεται με μητρικό γάλα (1). Ο άναρχος, άρχεται. Ο άσαρκος Λόγος, σαρκώνεται. Ταπεινώνει αταπεινώτως, το αταπείνωτο ύψος του και συγκαταβαίνει με τρόπο άφραστο και ακατάληπτο. Ενώ είναι τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος άνθρωπος και πραγματώνει το μέγιστο μυστηριακό και σωτήριο έργο όλων των αιώνων. Διότι τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος (2) Η ασύλληπτη και απερινόητη αγάπη του θεού για το πλάσμα του τον οδηγεί στο θαύμα των θαυμάτων, στο μυστήριο των μυστηρίων. Την απαθή σμίκρυνση του απείρου μεγαλείου της δόξης Του. Την άφατο κένωση της αφαντάστου παντοδυναμίας Του. Ο νους διαρρηγνύεται, στην προσπάθεια του να συλλάβει το απερίνοητο. Η ύπαρξη εισάγεται στην θεία τρέλα της πίστεως. Οι ουρανοί συναντούν την γη. Το άπειρο εισχωρεί στο πεπερασμένο. Η ταπεινή φάτνη μεγαλύνει την Χριστιανική ομολογία. Αποκαλύπτει την μωρία, την πτωχεία του πνεύματος και το μεγαλείο της Εκκλησίας. Ο νηπιάσας θεός, διαλύει τις αιχμές του ορθολογισμού και ανοίγει τον δρόμο της σοφής αγνωσίας και της άσοφης γνώσης. Ο Θεός μεταλαμβάνει την ανθρώπινη σάρκα. Ενώνεται με το σώμα. Το προσλαμβάνει και το Θεοποιεί. Το ανασταίνει και το αθανατοποιεί. Κατεβαίνει από τον ουρανό και ανοίγει την δυνατότητα κοινωνίας ουρανού και γης ενώσεως Θεού και ανθρώπου. Αυτή η απέραντη αγάπη, της εθελούσιας συγκαταβάσεως, της απείρου αυτοπτωχεύσεως, γίνεται πνευματική μάχαιρα που διαχωρίζει τη σωτηρία από την απώλεια. Η υπαρξιακή μας τοποθέτηση απέναντι στα Χριστούγεννα είναι ζήτημα αιώνιας ζωής ή αιωνίου θανάτου. Ή αποδεχόμαστε τη σωτηριολογική δύναμη της θείας ενσάρκωσης ή παραδιδόμαστε στην έρημο του μηδενός και προγευόμαστε την κόλαση. Η πηγή της ζωής είναι ο Χριστός. Η προοπτική του ανθρώπου είναι να γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Καλούμε τον Χριστό να αγιάσει την ψυχή και το σώμα, το νου και την καρδιά, τους νεφρούς και τα σπλάχνα. - Όπως καταδέχτηκες Κύριε να ανακλιθείς στη φάτνη των αλόγων, έτσι δέξου να εισέλθεις στην φάτνη της αλόγου μου ψυχής και στο εσπιλωμένο μου σώμα (3). ’γνιζε, κάθαρε, ρύθμιζε, κάλλυνε, συνέτιζε και φώτιζε μας για τον αγιασμό, την ίαση, τον φωτισμό, την νέκρωση των παθών, την ειρήνη των ψυχικών μας δυνάμεων, την πλησμονή σοφίας, χαράς και ευφροσύνης (4). Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, δωρίζεται καθημερινά στα παιδιά Του, με τη Θεία Μετάληψη. Προσφέρεται, πάντοτε ολόκληρος χωρίς να δαπανάται ποτέ. Η φωτιά της Θεότητος, ο Αναστημένος Χριστός, μας προσκαλεί σε αδιάλειπτη συνουσία. Έρχεται ολόκληρος μέσα μας. Ζει μέσα μας. Ποτίζει την καρδιά μας με την Παρουσία Του. Διεισδύει στα μύχια των κυττάρων μας και μας χαρίζει τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν Θεάνθρωποι. Ζούμε μέσα στο Χριστό. Ζούμε από τον Χριστό. Ζούμε για τον Χριστό. Τα πάντα αναφέρονται, σε Εκείνον. Μιλάμε, εργαζόμαστε, τρώμε, κοιμόμαστε, αγαπάμε μέσα στο ’γιο Πνεύμα Του. Αυτόν επιθυμούμε, Αυτόν αναπνέουμε, Αυτόν γευόμαστε. Μέσα σε όλα και πάντοτε. Το γεγονός της Θείας ενανθρωπήσεως είναι συνταρακτικό. Η πρόκληση είναι ακαταμάχητη. Πώς μπορούμε να αφήσουμε αναξιοποίητη την δυνατότητα της προσωπικής μας τελειώσεως; Πώς να παραμείνουμε αμπαρωμένοι, μεσ' το μίζερο καβούκι της ατομικής μας αθλιότητας; Ο νους παρέλυσε από τον πληθωρισμό των πολιτικών σλόγκαν, την παγωνιά των κουρδισμένων ιδεολογιών και τον όγκο των διαφημιστικών εκβιασμών. Οι καρδιές βάρυναν από την αφόρητη ελαφρότητα των εφήμερων συγκινήσεων. Κατέληξε ο άνθρωπος κουφός, να σπρώχνει ανεπίγνωστα το πτώμα της απροσμέτρητης λήθης του. Με τη γέννηση του Χριστού ο παράδεισος ανοίχθηκε, η πλάνη απελάθηκε η αλήθεια επανήλθε. Η πολιτεία των άνω φυτεύθηκε στην γη. Οι άγγελοι κοινωνούν με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι διαλέγονται άφοβα με τους Αγγέλους. Τα πάντα αναμίχθηκαν. Ήλθε στη γη ενώ είναι ολόκληρος στον ουρανό, ενώ είναι ολόκληρος στον ουρανό είναι όλος πάνω στην γη (5). Οι ουρανοί λύγισαν. Ο παλαιός των ημερών έγινε παιδίον. Τα σύμπαντα αγάλλονται, από την «απροσδόκητη» είσοδο, του Ανάρχου Θεού στον ιστορικό γίγνεσθαι. Γεννάται ασπόρως από την παρθένο, αυτός που γεννήθηκε αρρεύστως από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες. Μυστήριο ξένο. Ουρανός το σπήλαιο. Θρόνος χερουβικός η Παρθένος. Η φάτνη χωρίον του αχωρήτου. Σήμερον βλαστάνει το άνθος της αφθασίας, ο καρπός της ζωής. Σήμερον ο Χριστός εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου. Σήμερον ο ’ναρχος άρχεται και ο Λόγος σαρκούται. Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία.(6) |
ΑΓΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Άγιο Ελευθέριο .Πιο συγκεκριμένα στο δημοτικό διαμέρισμα Πυργέλας του
δήμου Άργους Μυκηνών ,εορτάζει ο κοιμητιριακός ναός που είναι
αφιερωμένος στον Άγιο Ελευθέριο . Τον πανηγυρικό εσπερινό τέλεσε ο
θεοφιλέστατος επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος πλαισιωμένος από
ιερείς από Την επαρχία Άργους και Ναυπλίας. Στο τέλος του
αρχιερατικού εσπερινού ο θεοφιλέστατος μίλησε για την ζωή και το έργο
του Αγίου Ελευθερίου. Εόρταζε την μνήμη του Αγίου και ο ιερός ναός στο
Ναύπλιο που είναι αφιερωμένος στον Άγιο , στην περιοχή Αγίας Μονής
.Πρόκειται για ένα πανέμορφο εξωκλήσι με θέα τον απέραντο ελαιώνα του
Ναυπλίου αλλά και το θρυλικό κάστρο του Παλαμηδίου. Ο ναός αυτός
ανήκει στην οικογένεια του Κων/νου Κουλιόπουλου από την Αρκαδία και το
χωριό Σάγκα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την παράδοση η οικογένεια του κ.
Κουλιόπουλου αγόρασε το τεράστιο κτήμα στην περιοχή περίπου 140
στρεμμάτων μαζί και το εκκλησάκι ,που σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών
κατοίκων της περιοχής εόρταζε της Αγίας Μαρίνας ,λένε πως η Αγία
εμφανίζονταν γύρω από την εκκλησία πολύ συχνά, μάλιστα στο ναό υπήρχε
και μία εικόνα της Αγίας από την εποχή εκείνη, περίπου το
1897,κατόπιν η εκκλησία ανακαινίστηκε και αφιερώθηκε στον Άγιο
Ελευθέριο ,άγνωστο γιατί. Πάντως το εκκλησάκι αυτό προϋπήρχε και πριν
το 1897,μάλιστα προφορικές μαρτυρίες το θέλουν να άνηκε πολύ παλιά
στο βυζαντινό μοναστήρι της Αγίας Μονής που είναι λίγο πιο κάτω.Τον
πανηγυρικό εσπερινό τέλεσε ο ιερέας πατέρας Ελευθέριος.
Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ
Όλως ιδιαίτερος εορτάστηκε η μνήμη του Επισκόπου Τριμυθούντος Αγίου Σπυρίδωνος στον ιστορικό ιερό ναό του Αγίου στην παλιά πόλη του Ναυπλίου . Τον πανηγυρικό εσπερινό τέλεσε ο θεοφιλέστατος επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος ,παρόντος και του μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου. Στο τέλος του αρχιερατικού εσπερινού ο θεοφιλέστατος κήρυξε τον θείο λόγο. Ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος είναι χτισμένος κατά την περίοδο της πρώτης ενετοκρατίας, στο Ναύπλιο αλλά μετά από τον βομβαρδισμό της πόλης από τους Ενετούς το 1686 και κατά την πρώτη τουρκοκρατία της πόλης, ο ναός έπαθε μεγάλες ζημιές μαζί με άλλους σαράντα ναούς ,έτσι το 1702 ο ναός κτίσθηκε πάλι από την αρχή ,με έξοδα της αδελφότητας των ορθοδόξων Ελλήνων του Ναυπλίου ,το μαρτυρά αυτό και επιγραφή που βρίσκεται έξω από τον ναό και γράφει ‘’ανιδρύθη εκ θεμελίων’’. Στον ιστορικό αυτό ναό στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831,πέφτει νεκρός από τα βόλια των Μαυρομιχαλέων ,ο πρώτος κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας ,την ώρα που πήγαινε να εκκλησιαστεί ,ήταν ημέρα Κυριακή.
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε περί το 270 μ.Χ. στο χωριό Άσσια της Κύπρου. Στα νεανικά του χρόνια ζούσε ως ένας απλός αλλά πολύ ενάρετος βοσκός. Παντρεύτηκε και απόκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Μετά τη χηρεία του ασπάσθηκε το μοναχικό βίο, μελέτησε πολύ, απόκτησε μεγάλη σοφία και χάρη στις θρησκευτικές του αρετές, πολύ σύντομα έγινε Επίσκοπος της Τριμυθούντας. Έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο το 325, όπου και θαυματούργησε. Κοιμήθηκε το 348 μ.Χ.
Το λείψανό του, που διατηρήθηκε ακέραιο μετά την ταφή και ανέδιδε ευώδεις αναθυμιάσεις, αρχικά διατηρήθηκε σε εκκλησία της πατρίδας του. Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Άραβες, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 691. Τρία χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, ο ιερέας Γεώργιος Καλοχαιρέτης μετέφερε το λείψανο, μαζί μ' εκείνο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, σ' ένα χωριό κοντά στην Άρτα και στη συνέχεια για μεγαλύτερη ασφάλεια μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα.
Αν υπάρχει κάτι με το οποίο η Κέρκυρα είναι έκτοτε αναπόσπαστα δεμένη μέσα στη νεότερη ιστορική της πορεία, σίγουρα είναι ο προστάτης και πολιούχος της Άγιος Σπυρίδων. Η λατρεία των Κερκυραίων στον θαυματουργό τους Άγιο δεν είναι απλά ένα οποιοδήποτε θρησκευτικό συναίσθημα, είναι η αγάπη, η ελπίδα και η παρηγοριά τους.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
Με κάθε μεγαλοπρέπεια εορτάζει το λιμενικό της πόλης Ναυπλίου τον προστάτη του Άγιο Νικόλαο στην ομώνυμη εκκλησία στο λιμάνι της πόλης . Πρόκειται για έναν μεγαλοπρεπή ναό που οικοδομήθηκε το 1713 από τον προβλέπτη του ενετικού στόλου , τον Αυγουστίνο Σαγρέδο ,όπως μαρτυρά και η επιγραφή στην είσοδο του ναού .Βάση διαφόρων στοιχείων από την απογραφή που έκαναν οι Ενετοί το 1696,υπήρχαν τρεις εκκλησίες αφιερωμένες στον Άγιο Νικόλαο ,πιθανόν όταν καταστράφηκαν από τον πόλεμο των Ενετών με τους Τούρκους για την διεκδίκηση της πόλης του Ναυπλίου η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ξαναφτιάχτηκε και πάλι από τον Σαγρέδο εκεί που είναι μέχρι και σήμερα. Ο ναός είναι τρισυπόστατος ,αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο στους Αγίους Αποστόλους και στους τρείς Ιεράρχες . Το τέμπλο του και ο άμβωνας του έχουν κατασκευαστή στην Βενετία ,ενώ ο πολυέλαιος του στην Ρωσία .Στον πανηγυρικό εσπερινό χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Αργολίδας κκ. Ιάκωβος πλαισιωμένος από τους ιερείς της πόλεως. Μετά το θείο κήρυγμα από τον Δεσπότη ακολούθησε η λιτάνευση της θαυματουργής εικόνας του Αγίου ,καθώς και το τεμάχιο του ιερού λειψάνου του ,που φυλάσσεται στον ιερό ναό. Παρών οι στρατιωτικές και τοπικές αρχές της πόλεως ,πλήθος κόσμου καθώς και ο βουλευτής Αργολίδας με την ΝΔ Γ. Αδριανός. Να σημειωθεί πως σε δύο χρόνια ο ναός κλείνει 300 χρόνια συνεχούς λειτουργίας.
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ
Όλως ιδιαίτερος εορτάστηκε η μνήμη της μεγαλομάρτυρας Αγίας Βαρβάρας στον ιστορικό ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην παλιά πόλη του Ναυπλίου . Στο ναό φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Αγίας έργο του Αντ. Μπαρού από τις συνδρομές ευλαβών γυναικών της ενορίας και κατά την ιστορία το 1928 έπεσε η θανατηφόρα ασθένεια της πανώλης(πανούκλα), με αποτέλεσμα να πεθάνει ο κόσμος ,έτσι οι κάτοικοι αποφάσισαν να παρακαλέσουν την Αγία Βαρβάρα λιτανεύοντας την εικόνα της σε όλη την πόλη κάνοντας δεήσεις υπέρ υγείας των κατοίκων .Πράγματι μετά από μερικές ημέρες η επιδημία πέρασε και οι κάτοικοι της πόλης σώθηκαν ,σε ανάμνηση αυτού του μεγάλου θαύματος από τότε μέχρι και σήμερα οι κάτοικοι εορτάζουν πανηγυρικά την εορτή της Αγίας Βαρβάρας ,που φιλοξενείτε στον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Τον πανηγυρικό εσπερινό τέλεσε ο θεοφιλέστατος επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος ,παρόντος και του μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου. Στο τέλος του αρχιερατικού εσπερινού ακολούθησε η λιτάνευση της ιερής εικόνας σε όλη την παλιά πόλη προς ευλογία των κατοίκων της. Να σημειωθεί πως κα΄θόλη την διάρκεια του εσπερινού είχε τεθεί προς προσκύνηση τεμάχιο λειψάνου της Αγίας Βαρβάρας. Ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος χτισμένος κατά την περίοδο της πρώτης ενετοκρατίας στο Ναύπλιο ,αλλά μετά από τον βομβαρδισμό της πόλης από τους Ενετούς το 1686 κατά την πρώτη τουρκοκρατία της πόλης ο ναός έπαθε μεγάλες ζημιές μαζί με άλλους σαράντα ναούς ,έτσι το 1702 ο ναός κτίσθηκε πάλι από την αρχή ,με έξοδα της αδελφότητας των ορθοδόξων Ελλήνων του Ναυπλίου ,το μαρτυρά αυτό και επιγραφή που βρίσκεται έξω από τον ναό και γράφει ‘’ανιδρύθη εκ θεμελίων’’.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























